Είμαι συγγραφέας και υποθέτω πως αυτή την ιστορία την έχω επινοήσει. Γράφω υποθέτω, μολονότι δεν υπάρχει αμφιβολία πως την έχω επινοήσει κι όμως θέλω να πιστεύω ότι πρέπει να έχει συμβεί κάπου, κάποτε ότι πρέπει να έχει συμβεί μία παραμονή Χριστουγέννων, σε κάποια μεγάλη πόλη, μέσα στο κρύο και την παγωνιά. Βλέπω μπροστά μου ένα αγόρι, ένα μικρό αγοράκι, έξι ετών ή και μικρότερο. Αυτό το αγόρι ξύπνησε εκείνο το πρωί σ’ ένα παγωμένο, υγρό υπόγειο. Φορούσε ένα ρούχο σαν κοντή νυχτικιά και έτρεμε από το κρύο. Η αναπνοή του έβγαινε από το στόμα του σαν σύννεφο άσπρου ατμού, καθισμένο σ’ ένα κασόνι στη γωνιά, περνούσε την ώρα του χαζεύοντας τον αχνό που ανέβαινε προς το ταβάνι και σιγά σιγά διαλυόταν. Όμως πεινούσε φοβερά. Εκείνο το πρωινό έφτασε πολλές φορές προς το σανιδένιο κρεβάτι, όπου κειτόταν η άρρωστη μάνα του πάνω σ’ ένα στρώμα λεπτό σαν τηγανίτα, μ’ ένα μάτσο άχυρα για προσκεφάλι. Πως είχε βρεθεί εκεί; Θα πρέπει να ήρθε με το παιδί της από κάποια άλλη πόλη και ξαφνικά αρρώστησε. Πριν από δύο μέρες είχαν οδηγήσει στο τμήμα τη σπιτονοικοκυρά που είχε μοιράσει το υπόγειο στα τέσσερα και νοίκιαζε τις γωνίες. Πλησίαζαν οι γιορτές και οι νοικάρηδες είχαν πάρει τους δρόμους, ο μόνος που είχε ξεμείνει, είχε προλάβει να γίνει σκνίπα, πριν έρθουν τα Χριστούγεννα, ήταν, εδώ και εικοσιτέσσερις ώρες αναίσθητος από το μεθύσι. Σε μίαν άλλη γωνιά, μία άθλια γριά γύρω στα ογδόντα, που κάποτε ήτανε νταντά ενός παιδιού, αλλά τώρα την είχαν παρατήσει να πεθάνει αβοήθητη, αναστέναζε και βογκούσε από τους ρευματισμούς, βρίζοντας και αποπαίρνοντας το παιδί, κάνοντάς το να φοβάται να την πλησιάσει. Το παιδί είχε ανακουφίσει τη δίψα του με λίγο νερό που είχε απομείνει σε μια κανάτα, όμως, όσο και αν έψαξε, δεν κατάφερε να βρει ούτε ένα ξεροκόμματο και πολλές φορές έφτασε ως το κρεβάτι της μητέρας του με σκοπό να την ξυπνήσει. Στο τέλος, άρχισε να φοβάται μέσα στο σκοτάδι, είχε βραδιάσει από ώρα, αλλά ούτε ένα φως δεν είχε ανάψει. Άγγιξε το πρόσωπο της μητέρας του και είδε με έκπληξη πως έμεινε εντελώς ακίνητη και πως ήταν παγωμένη σαν τον τοίχο. «Κάνει πολύ κρύο εδώ» σκέφτηκε. Έμεινε έτσι για λίγο, με τα χέρια ακουμπισμένα στους ώμους της νεκρής γυναίκας, μετά χουχούλισε τα δάχτυλά του για να τα ζεστάνει, κι ύστερα έψαξε στα τυφλά πάνω στο κρεβάτι για το κασκέτο του και βγήκε απ’ το υπόγειο. Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν το μεγάλο σκυλί που ούρλιαζε όλη μέρα έξω απ’ την πόρτα του γείτονα στο ισόγειο. Αλλά το σκυλί δεν ήταν τώρα εκεί και το παιδί βγήκε στο δρόμο. Κύριε ελέησον, τι πόλη! Ποτέ του δεν είχε δει κάτι τέτοιο. Στην πόλη απ’ όπου είχε έρθει, το σκοτάδι ήταν τόσο μαύρο τη νύχτα! Υπήρχε μόνο ένα φανάρι για όλο το δρόμο. Στα μικρά, χαμηλά, ξύλινα σπίτια τα παραθυρόφυλλα ήταν σφαλιστά, κανένας δεν κυκλοφορούσε στο δρόμο μόλις σουρούπωνε, όλοι κλείνονταν στα σπίτια τους και δεν ακουγόταν τίποτα, παρά μόνο τα ουρλιαχτά των σκύλων, εκατοντάδων, χιλιάδων σκύλων, που γάβγιζαν και αλυχτούσαν όλη νύχτα. Αλλά εκεί ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν φαγητό, ενώ εδώ –αχ, μανούλα μου, μονάχα να είχε κάτι να φάει! Και τι φασαρία και οχλοβοή εδώ, τι φώτα και τι κόσμος, άλογα και αμάξια και τι κρύο- Οι παγωμένες ανάσες σχημάτιζαν συννεφάκια πάνω απ’ τ’ άλογα πάνω από τα στόματά τους που άχνιζαν, οι οπλές τους κροτάλιζαν πάνω στο χιονισμένο πλακόστρωτο κι όλα τους τόσο και –αχ, μανούλα μου, πόσο λαχταρούσε μια μπουκιά φαί και πόσο δυστυχισμένος αισθάνθηκε ξαφνικά! Ένας αστυφύλακας πέρασε, στρίβοντας απότομα, για ν’ αποφύγει το παιδί. Να κι ένας άλλος δρόμος –ω, τι φαρδύς που ήταν, εδώ σίγουρα δεν θα τη γλίτωνε, θα το ποδοπατούσαν. Πως φώναζαν όλοι, πως έτρεχαν πάνω-κάτω και το φώς, το φως! Και τι ήταν αυτό; Ένα πελώριο παράθυρο και πίσω από το ταβάνι ήταν ένα έλατο και πάνω του κρέμονταν τόσα φώτα, χρυσόχαρτα και μήλα και μικρές κούκλες και αλογάκια και μέσα στο δωμάτιο παιδιά, καθαρά και ντυμένα με τα καλά τους, έτρεχαν παντού. Και ύστερα ένα μικρό κοριτσάκι άρχισε να χορεύει μ’ ένα αγόρι, τι όμορφο κοριτσάκι! Και μπορούσε ν’ ακούσει τη μουσική μέσα από το τζάμι. Το παιδί κοίταξε και θαύμασε και γέλασε, μ’ όλο που τα ποδαράκια του είχαν μουδιάσει από το κρύο και τα δάχτυλά του είχαν μελανιάσει και ξυλιάσει και το πονούσαν, όποτε έκανε να τα κουνήσει. Και ξαφνικά το παιδί θυμήθηκε πόσο το πονούσαν τα χέρια και τα πόδια του κι άρχισε να κλαίει και να τρέχει και πάλι πίσω από ένα τζάμι είδε ένα άλλο χριστουγεννιάτικο δέντρο και σ’ ένα τραπέζι λιχουδιές κάθε λογής –αμυγδαλόψωμα, κόκκινα κουλουράκια και κίτρινα κουλουράκια και τρείς όμορφες νεαρές κυρίες κάθονταν εκεί και έδιναν τα γλυκά σε όποιον ερχόταν κοντά τους και η πόρτα άνοιγε κάθε τόσο και πλήθος κύριοι και κυρίες έμπαιναν από το δρόμο. Το παιδί τρύπωσε μέσα, ανέβηκε τη σκάλα και χωρίς να το πολυσκεφτεί, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Α, πως του φώναξαν και το έδιωξαν ανεμίζοντας τα χέρια τους! Μια κυρία όρμησε πάνω του και γλιστρώντας ένα καπίκι στη χούφτα του, άνοιξε την πόρτα και το έβγαλε στο δρόμο. Πόσο φοβήθηκε! Και το καπίκι έπεσε και κατρακύλησε κουδουνίζοντας στα σκαλιά, δεν μπορούσε να λυγίσει τα μελανιασμένα του δάχτυλα, για να το κρατήσει σφιχτά. Το παιδί έφυγε τρέχοντας, χωρίς να ξέρει που πήγαινε. Ήταν έτοιμο να βάλει τα κλάματα, αλλά φοβόταν κι έτρεχε όλο και πιο μακριά, χουχουλίζοντας τα δάχτυλά του. Και ήταν δυστυχισμένο γιατί αισθάνονταν τόσο μόνο κι έρημο και ξαφνικά, κύριε ελέησον –Τι ήταν αυτό πάλι; Πλήθος άνθρωποι στέκονταν ακίνητοι, θαυμάζοντας. Πίσω από μία βιτρίνα ήταν τρείς κουκλίτσες, ντυμένες με κόκκινα και πράσινα φορέματα κι έμοιαζαν τόσο μα τόσο αληθινές! Η μία ήταν ένας μικρός γεράκος, που κάθονταν και έπαιζε ένα μεγάλο βιολί και δύο άλλοι στέκονταν κοντά του και έπαιζαν μικρά βιολιά και κουνούσαν ρυθμικά τα κεφάλια τους και κοίταζε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιόνταν, μιλούσαν μεταξύ τους, μιλούσαν στ’ αλήθεια, μόνο που τα λόγια τους δεν ακούγονταν μέσα από το τζάμι. Και στην αρχή το παιδί νόμισε πως ήταν άνθρωποι ζωντανοί, κι όταν κατάλαβε πως ήταν κούκλες γέλασε. Δεν είχε δει ποτέ του τέτοιες κούκλες και δεν φανταζόταν πως υπήρχαν! Και ήθελε να κλάψει, αλλά χαιρόταν, χαιρόταν με τις κούκλες. Σε μια στιγμή ένιωσε πως κάποιος πίσω του είχε γραπώσει τη μπλούζα του: ένα απαίσιο μεγάλο αγόρι στεκόταν πλάι του και ξαφνικά ον χτύπησε στο κεφάλι, άρπαξε το καπέλο του και τον έριξε κάτω. Το παιδί έπεσε στο χώμα. Ακούστηκε μια φωνή, που έκανε το αίμα του να παγώσει, πήδησε πάνω και άρχισε να τρέχει. Έτρεχε και χωρίς να ξέρει που πηγαίνει βρέθηκε στην αυλόπορτα κάποιου σπιτιού και κούρνιασε πίσω από μια στοίβα ξύλα. «Δεν θα με βρουν εδώ, έτσι κι αλλιώς είναι σκοτάδι!» Έμεινε εκεί, κουβαριασμένο και ξέπνοο από τον τρόμο και στη στιγμή, εντελώς ξαφνικά, ένιωσε τόσο ευτυχισμένο: τα χέρια και τα πόδια του δεν πονούσαν πια και είχαν ζεσταθεί τόσο, σαν να ‘χε χωθεί μέσα σε φούρνο. Μετά τον διαπέρασε ένα ρίγος κι άνοιξε τα μάτια του, γιατί πρέπει να είχε αποκοιμηθεί για λίγο. Τι όμορφα που ήταν να κοιμάσαι εδώ! «Θα καθίσω εδώ λιγάκι και μετά θα πάω πάλι στις κούκλες», είπε το παιδί και χαμογέλασε μόλις τις σκέφτηκε. «Τόσο μα τόσο ζωντανές!…» Και ξαφνικά, άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει. «Μανούλα με πήρε ο ύπνος, τι όμορφα που είναι να κοιμάσαι εδώ!» «Έλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μου, μικρούλη μου», του ψιθύρισε μια απαλή φωνή. Νόμισε πως ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν εκείνη. Ποιος τον φώναζε δεν μπορούσε να δει, αλλά κάποιος έσκυψε και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι κι άπλωσε τα χέρια του σ’ αυτόν και ξαφνικά ω, τι λαμπρό φως! Ω τι χριστουγεννιάτικο δέντρο! Κι όμως, δεν ήταν έλατο, δεν είχε ξαναδεί δέντρο σαν κι αυτό. Που βρισκόταν τώρα; Όλα έλαμπαν και άστραφταν και παντού γύρω του ήταν κούκλες , ήταν αγοράκια και κοριτσάκια, μόνο πιο λαμπερά και αστραφτερά από τα κανονικά. Ήρθαν κοντά του πετώντας, κι όλα τον φίλησαν, τον πήραν μαζί τους και πετούσε και ο ίδιος και είδε πως η μητέρα του τον κοίταζε και γελούσε χαρούμενα. «Μανούλα!» Και πάλι φίλησε τα παιδιά και ήθελε να τους πει αμέσως για κείνες τις κούκλες στη βιτρίνα. «Αγόρια πως σας λένε; Πως σας λένε κοριτσάκια;», ρώτησε γελώντας και θαυμάζοντάς τα. «Είναι το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Χριστού», απάντησαν. «Ο Χριστός έχει πάντα ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο κάθε τέτοια μέρα, για τα μικρά παιδιά που δεν έχουν δικό τους…» Και κατάλαβε πως όλα εκείνα τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδιά όπως κι εκείνος, πως άλλα, νεογέννητα ακόμη, είχαν παγώσει μέσα στα καλάθια που είχαν παρατήσει οι γονείς τους έξω από τις πόρτες των πλουσίων της Πετρούπολης, άλλα είχαν σβήσει κρεμασμένα στα στήθη μητέρων που λιμοκτονούσαν (στο λιμό της Σαμάρα), άλλα είχαν πεθάνει από ασφυξία μέσα σε αποπνικτικά βαγόνια της τρίτης θέσης, κι όμως, ήταν όλα εδώ, ήταν σαν άγγελοι γύρω από το Χριστό, κι εκείνος βρισκόταν ανάμεσά τους κι άπλωνε τα χέρια του να τα’ αγγίξει και ευλογούσε –και αυτά και τις αμαρτωλές μητέρες τους… Και οι μητέρες αυτών των παιδιών στέκονταν σε μιαν άκρη κλαίγοντας, η κάθε μια γνώριζε το δικό της παιδί και τα παιδιά πέταξαν προς το μέρος τους και τις φίλησαν και τους σκούπισαν τα δάκρυα με τα τρυφερά χεράκια τους και τις ικέτεψαν να πάψουν να κλαίνε, γιατί όλα τους ήταν τόσο ευτυχισμένα. Κι όταν ξημέρωσε, ο κηπουρός βρήκε το μικρό νεκρό κορμάκι του παγωμένου παιδιού πάνω στα ξύλα. Έψαξαν για τη μητέρα του… Εκείνη είχε πεθάνει πριν από το παιδί. Και συναντήθηκαν μπροστά στον Κύριο, στους ουρανούς. Γιατί επινόησα μια τέτοια ιστορία, τόσο αλλιώτικη απ’ όσα μπορεί να συναντήσει κανείς σ’ ένα ημερολόγιο και μάλιστα συγγραφέα; Και σας είχα υποσχεθεί δύο ιστορίες! Αλλά τι να γίνει; Θέλα να πιστεύω ότι όλα αυτά μπορεί να έχουν συμβεί στ’ αλήθεια –δηλαδή, όσα έγιναν στο υπόγειο και πλάι στα ξύλα. Όσο για τα άλλα, όρκο δεν παίρνω. Φίοντορ Ντοστογιέφσκι Πηγή: www.ithaque.grγια ό, τι δε φαίνεται στα βιβλία αλλά υπάρχει... " Όποια πόρτα και να ανοίξεις, καμιά δεν είναι η έξοδος αλλά η είσοδος. Βυθίζεσαι όλο και και βαθύτερα. Να είσαι ευτυχισμένος που έχεις πού να βυθιστείς". (Dragan Velikic)
Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018
Φίοντορ Ντοστογιέφσκυ, Το ουράνιο χριστουγεννιάτικο δέντρο
Είμαι συγγραφέας και υποθέτω πως αυτή την ιστορία την έχω επινοήσει. Γράφω υποθέτω, μολονότι δεν υπάρχει αμφιβολία πως την έχω επινοήσει κι όμως θέλω να πιστεύω ότι πρέπει να έχει συμβεί κάπου, κάποτε ότι πρέπει να έχει συμβεί μία παραμονή Χριστουγέννων, σε κάποια μεγάλη πόλη, μέσα στο κρύο και την παγωνιά. Βλέπω μπροστά μου ένα αγόρι, ένα μικρό αγοράκι, έξι ετών ή και μικρότερο. Αυτό το αγόρι ξύπνησε εκείνο το πρωί σ’ ένα παγωμένο, υγρό υπόγειο. Φορούσε ένα ρούχο σαν κοντή νυχτικιά και έτρεμε από το κρύο. Η αναπνοή του έβγαινε από το στόμα του σαν σύννεφο άσπρου ατμού, καθισμένο σ’ ένα κασόνι στη γωνιά, περνούσε την ώρα του χαζεύοντας τον αχνό που ανέβαινε προς το ταβάνι και σιγά σιγά διαλυόταν. Όμως πεινούσε φοβερά. Εκείνο το πρωινό έφτασε πολλές φορές προς το σανιδένιο κρεβάτι, όπου κειτόταν η άρρωστη μάνα του πάνω σ’ ένα στρώμα λεπτό σαν τηγανίτα, μ’ ένα μάτσο άχυρα για προσκεφάλι. Πως είχε βρεθεί εκεί; Θα πρέπει να ήρθε με το παιδί της από κάποια άλλη πόλη και ξαφνικά αρρώστησε. Πριν από δύο μέρες είχαν οδηγήσει στο τμήμα τη σπιτονοικοκυρά που είχε μοιράσει το υπόγειο στα τέσσερα και νοίκιαζε τις γωνίες. Πλησίαζαν οι γιορτές και οι νοικάρηδες είχαν πάρει τους δρόμους, ο μόνος που είχε ξεμείνει, είχε προλάβει να γίνει σκνίπα, πριν έρθουν τα Χριστούγεννα, ήταν, εδώ και εικοσιτέσσερις ώρες αναίσθητος από το μεθύσι. Σε μίαν άλλη γωνιά, μία άθλια γριά γύρω στα ογδόντα, που κάποτε ήτανε νταντά ενός παιδιού, αλλά τώρα την είχαν παρατήσει να πεθάνει αβοήθητη, αναστέναζε και βογκούσε από τους ρευματισμούς, βρίζοντας και αποπαίρνοντας το παιδί, κάνοντάς το να φοβάται να την πλησιάσει. Το παιδί είχε ανακουφίσει τη δίψα του με λίγο νερό που είχε απομείνει σε μια κανάτα, όμως, όσο και αν έψαξε, δεν κατάφερε να βρει ούτε ένα ξεροκόμματο και πολλές φορές έφτασε ως το κρεβάτι της μητέρας του με σκοπό να την ξυπνήσει. Στο τέλος, άρχισε να φοβάται μέσα στο σκοτάδι, είχε βραδιάσει από ώρα, αλλά ούτε ένα φως δεν είχε ανάψει. Άγγιξε το πρόσωπο της μητέρας του και είδε με έκπληξη πως έμεινε εντελώς ακίνητη και πως ήταν παγωμένη σαν τον τοίχο. «Κάνει πολύ κρύο εδώ» σκέφτηκε. Έμεινε έτσι για λίγο, με τα χέρια ακουμπισμένα στους ώμους της νεκρής γυναίκας, μετά χουχούλισε τα δάχτυλά του για να τα ζεστάνει, κι ύστερα έψαξε στα τυφλά πάνω στο κρεβάτι για το κασκέτο του και βγήκε απ’ το υπόγειο. Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν το μεγάλο σκυλί που ούρλιαζε όλη μέρα έξω απ’ την πόρτα του γείτονα στο ισόγειο. Αλλά το σκυλί δεν ήταν τώρα εκεί και το παιδί βγήκε στο δρόμο. Κύριε ελέησον, τι πόλη! Ποτέ του δεν είχε δει κάτι τέτοιο. Στην πόλη απ’ όπου είχε έρθει, το σκοτάδι ήταν τόσο μαύρο τη νύχτα! Υπήρχε μόνο ένα φανάρι για όλο το δρόμο. Στα μικρά, χαμηλά, ξύλινα σπίτια τα παραθυρόφυλλα ήταν σφαλιστά, κανένας δεν κυκλοφορούσε στο δρόμο μόλις σουρούπωνε, όλοι κλείνονταν στα σπίτια τους και δεν ακουγόταν τίποτα, παρά μόνο τα ουρλιαχτά των σκύλων, εκατοντάδων, χιλιάδων σκύλων, που γάβγιζαν και αλυχτούσαν όλη νύχτα. Αλλά εκεί ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν φαγητό, ενώ εδώ –αχ, μανούλα μου, μονάχα να είχε κάτι να φάει! Και τι φασαρία και οχλοβοή εδώ, τι φώτα και τι κόσμος, άλογα και αμάξια και τι κρύο- Οι παγωμένες ανάσες σχημάτιζαν συννεφάκια πάνω απ’ τ’ άλογα πάνω από τα στόματά τους που άχνιζαν, οι οπλές τους κροτάλιζαν πάνω στο χιονισμένο πλακόστρωτο κι όλα τους τόσο και –αχ, μανούλα μου, πόσο λαχταρούσε μια μπουκιά φαί και πόσο δυστυχισμένος αισθάνθηκε ξαφνικά! Ένας αστυφύλακας πέρασε, στρίβοντας απότομα, για ν’ αποφύγει το παιδί. Να κι ένας άλλος δρόμος –ω, τι φαρδύς που ήταν, εδώ σίγουρα δεν θα τη γλίτωνε, θα το ποδοπατούσαν. Πως φώναζαν όλοι, πως έτρεχαν πάνω-κάτω και το φώς, το φως! Και τι ήταν αυτό; Ένα πελώριο παράθυρο και πίσω από το ταβάνι ήταν ένα έλατο και πάνω του κρέμονταν τόσα φώτα, χρυσόχαρτα και μήλα και μικρές κούκλες και αλογάκια και μέσα στο δωμάτιο παιδιά, καθαρά και ντυμένα με τα καλά τους, έτρεχαν παντού. Και ύστερα ένα μικρό κοριτσάκι άρχισε να χορεύει μ’ ένα αγόρι, τι όμορφο κοριτσάκι! Και μπορούσε ν’ ακούσει τη μουσική μέσα από το τζάμι. Το παιδί κοίταξε και θαύμασε και γέλασε, μ’ όλο που τα ποδαράκια του είχαν μουδιάσει από το κρύο και τα δάχτυλά του είχαν μελανιάσει και ξυλιάσει και το πονούσαν, όποτε έκανε να τα κουνήσει. Και ξαφνικά το παιδί θυμήθηκε πόσο το πονούσαν τα χέρια και τα πόδια του κι άρχισε να κλαίει και να τρέχει και πάλι πίσω από ένα τζάμι είδε ένα άλλο χριστουγεννιάτικο δέντρο και σ’ ένα τραπέζι λιχουδιές κάθε λογής –αμυγδαλόψωμα, κόκκινα κουλουράκια και κίτρινα κουλουράκια και τρείς όμορφες νεαρές κυρίες κάθονταν εκεί και έδιναν τα γλυκά σε όποιον ερχόταν κοντά τους και η πόρτα άνοιγε κάθε τόσο και πλήθος κύριοι και κυρίες έμπαιναν από το δρόμο. Το παιδί τρύπωσε μέσα, ανέβηκε τη σκάλα και χωρίς να το πολυσκεφτεί, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Α, πως του φώναξαν και το έδιωξαν ανεμίζοντας τα χέρια τους! Μια κυρία όρμησε πάνω του και γλιστρώντας ένα καπίκι στη χούφτα του, άνοιξε την πόρτα και το έβγαλε στο δρόμο. Πόσο φοβήθηκε! Και το καπίκι έπεσε και κατρακύλησε κουδουνίζοντας στα σκαλιά, δεν μπορούσε να λυγίσει τα μελανιασμένα του δάχτυλα, για να το κρατήσει σφιχτά. Το παιδί έφυγε τρέχοντας, χωρίς να ξέρει που πήγαινε. Ήταν έτοιμο να βάλει τα κλάματα, αλλά φοβόταν κι έτρεχε όλο και πιο μακριά, χουχουλίζοντας τα δάχτυλά του. Και ήταν δυστυχισμένο γιατί αισθάνονταν τόσο μόνο κι έρημο και ξαφνικά, κύριε ελέησον –Τι ήταν αυτό πάλι; Πλήθος άνθρωποι στέκονταν ακίνητοι, θαυμάζοντας. Πίσω από μία βιτρίνα ήταν τρείς κουκλίτσες, ντυμένες με κόκκινα και πράσινα φορέματα κι έμοιαζαν τόσο μα τόσο αληθινές! Η μία ήταν ένας μικρός γεράκος, που κάθονταν και έπαιζε ένα μεγάλο βιολί και δύο άλλοι στέκονταν κοντά του και έπαιζαν μικρά βιολιά και κουνούσαν ρυθμικά τα κεφάλια τους και κοίταζε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιόνταν, μιλούσαν μεταξύ τους, μιλούσαν στ’ αλήθεια, μόνο που τα λόγια τους δεν ακούγονταν μέσα από το τζάμι. Και στην αρχή το παιδί νόμισε πως ήταν άνθρωποι ζωντανοί, κι όταν κατάλαβε πως ήταν κούκλες γέλασε. Δεν είχε δει ποτέ του τέτοιες κούκλες και δεν φανταζόταν πως υπήρχαν! Και ήθελε να κλάψει, αλλά χαιρόταν, χαιρόταν με τις κούκλες. Σε μια στιγμή ένιωσε πως κάποιος πίσω του είχε γραπώσει τη μπλούζα του: ένα απαίσιο μεγάλο αγόρι στεκόταν πλάι του και ξαφνικά ον χτύπησε στο κεφάλι, άρπαξε το καπέλο του και τον έριξε κάτω. Το παιδί έπεσε στο χώμα. Ακούστηκε μια φωνή, που έκανε το αίμα του να παγώσει, πήδησε πάνω και άρχισε να τρέχει. Έτρεχε και χωρίς να ξέρει που πηγαίνει βρέθηκε στην αυλόπορτα κάποιου σπιτιού και κούρνιασε πίσω από μια στοίβα ξύλα. «Δεν θα με βρουν εδώ, έτσι κι αλλιώς είναι σκοτάδι!» Έμεινε εκεί, κουβαριασμένο και ξέπνοο από τον τρόμο και στη στιγμή, εντελώς ξαφνικά, ένιωσε τόσο ευτυχισμένο: τα χέρια και τα πόδια του δεν πονούσαν πια και είχαν ζεσταθεί τόσο, σαν να ‘χε χωθεί μέσα σε φούρνο. Μετά τον διαπέρασε ένα ρίγος κι άνοιξε τα μάτια του, γιατί πρέπει να είχε αποκοιμηθεί για λίγο. Τι όμορφα που ήταν να κοιμάσαι εδώ! «Θα καθίσω εδώ λιγάκι και μετά θα πάω πάλι στις κούκλες», είπε το παιδί και χαμογέλασε μόλις τις σκέφτηκε. «Τόσο μα τόσο ζωντανές!…» Και ξαφνικά, άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει. «Μανούλα με πήρε ο ύπνος, τι όμορφα που είναι να κοιμάσαι εδώ!» «Έλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μου, μικρούλη μου», του ψιθύρισε μια απαλή φωνή. Νόμισε πως ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν εκείνη. Ποιος τον φώναζε δεν μπορούσε να δει, αλλά κάποιος έσκυψε και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι κι άπλωσε τα χέρια του σ’ αυτόν και ξαφνικά ω, τι λαμπρό φως! Ω τι χριστουγεννιάτικο δέντρο! Κι όμως, δεν ήταν έλατο, δεν είχε ξαναδεί δέντρο σαν κι αυτό. Που βρισκόταν τώρα; Όλα έλαμπαν και άστραφταν και παντού γύρω του ήταν κούκλες , ήταν αγοράκια και κοριτσάκια, μόνο πιο λαμπερά και αστραφτερά από τα κανονικά. Ήρθαν κοντά του πετώντας, κι όλα τον φίλησαν, τον πήραν μαζί τους και πετούσε και ο ίδιος και είδε πως η μητέρα του τον κοίταζε και γελούσε χαρούμενα. «Μανούλα!» Και πάλι φίλησε τα παιδιά και ήθελε να τους πει αμέσως για κείνες τις κούκλες στη βιτρίνα. «Αγόρια πως σας λένε; Πως σας λένε κοριτσάκια;», ρώτησε γελώντας και θαυμάζοντάς τα. «Είναι το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Χριστού», απάντησαν. «Ο Χριστός έχει πάντα ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο κάθε τέτοια μέρα, για τα μικρά παιδιά που δεν έχουν δικό τους…» Και κατάλαβε πως όλα εκείνα τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδιά όπως κι εκείνος, πως άλλα, νεογέννητα ακόμη, είχαν παγώσει μέσα στα καλάθια που είχαν παρατήσει οι γονείς τους έξω από τις πόρτες των πλουσίων της Πετρούπολης, άλλα είχαν σβήσει κρεμασμένα στα στήθη μητέρων που λιμοκτονούσαν (στο λιμό της Σαμάρα), άλλα είχαν πεθάνει από ασφυξία μέσα σε αποπνικτικά βαγόνια της τρίτης θέσης, κι όμως, ήταν όλα εδώ, ήταν σαν άγγελοι γύρω από το Χριστό, κι εκείνος βρισκόταν ανάμεσά τους κι άπλωνε τα χέρια του να τα’ αγγίξει και ευλογούσε –και αυτά και τις αμαρτωλές μητέρες τους… Και οι μητέρες αυτών των παιδιών στέκονταν σε μιαν άκρη κλαίγοντας, η κάθε μια γνώριζε το δικό της παιδί και τα παιδιά πέταξαν προς το μέρος τους και τις φίλησαν και τους σκούπισαν τα δάκρυα με τα τρυφερά χεράκια τους και τις ικέτεψαν να πάψουν να κλαίνε, γιατί όλα τους ήταν τόσο ευτυχισμένα. Κι όταν ξημέρωσε, ο κηπουρός βρήκε το μικρό νεκρό κορμάκι του παγωμένου παιδιού πάνω στα ξύλα. Έψαξαν για τη μητέρα του… Εκείνη είχε πεθάνει πριν από το παιδί. Και συναντήθηκαν μπροστά στον Κύριο, στους ουρανούς. Γιατί επινόησα μια τέτοια ιστορία, τόσο αλλιώτικη απ’ όσα μπορεί να συναντήσει κανείς σ’ ένα ημερολόγιο και μάλιστα συγγραφέα; Και σας είχα υποσχεθεί δύο ιστορίες! Αλλά τι να γίνει; Θέλα να πιστεύω ότι όλα αυτά μπορεί να έχουν συμβεί στ’ αλήθεια –δηλαδή, όσα έγιναν στο υπόγειο και πλάι στα ξύλα. Όσο για τα άλλα, όρκο δεν παίρνω. Φίοντορ Ντοστογιέφσκι Πηγή: www.ithaque.grΚυριακή 5 Αυγούστου 2018
Alejandro Zambra, Τεστ Δεξιοτήτων
Ένα απίστευτο "μικρό" μεγάλο βιβλίο. Η αποθέωση της μικρής φόρμας. Άσκηση στην ανάγνωση. Πολλαπλές αναγνώσεις. Άσκηση στην ερμηνεία. Πολλαπλές ερμηνείες. Υπαινικτικό, προβοκατόρικο, κλείνει το μάτι, αφηγείται χωρίς λέξεις, κοροϊδεύει χωρίς γκριμάτσες, σχολιάζει μόνο με ένα ανεπαίσθητο ανασήκωμα του φρυδιού. Καμιά φορά, ούτε με αυτό. Από τις σπάνιες φορές που οι σιωπές ενός βιβλίου είναι τόσο εύγλωττες. Ένα βιβλίο που αντλεί την έμπνευσή του από τις ασκήσεις κλειστού τύπου και πολλαπλής επιλογής στο χιλιανό εκπαιδευτικό σύστημα από το 1967 ως το 2002 και ξαναγράφει, σχολιάζει, υπονομεύει όλα τα "κουτάκια" που μας φορτώνουν, τα κλισέ που μας καταδυναστεύουν ήδη από το σχολείο, την υπερ- απλούστευση των νοημάτων και για αυτό- κατασπάραξη των πολλαπλών ερμηνειών, την τυποποίηση και αποξήρανση όλων των χυμών της αποκλίνουσας προσωπικότητας, αλλά και την politically correct σκέψη με την οποία μας τσιμεντώνουν. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος. Εξαιρετικός Αχιλλέας Κυριακίδης, στη μετάφραση, ξανά. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;
Επιλέγω μερικά:
1. Διαγραφή Λέξης
Στις ασκήσεις 1- 24, επίλεξε τη λέξη που η έννοιά της δεν έχει σχέση ούτε με τη δοσμένη ούτε με τις υπόλοιπες λέξεις.
Εκπαιδεύω:
α/διδάσκω
β/ δείχνω
γ/ εκγυμνάζω
δ/ υποτάσσω
ε/ προγραμματίζω
Οικογένεια:
α/ συγγενείς
β/ κληρονόμοι
γ/ διάδοχοι
δ/ τούρτες
ε/ παιδοφιλία
Κυριακή 9 Ιουλίου 2017
Alejandro Zambra, Τρόποι για να γυρίζεις σπίτι, (Αποσπάσματα)
"Χθες το βράδυ, περπάτησα για ώρες. Ήταν σα να ' θελα να χαθώ σ' άγνωστους δρόμους. Να χαθώ ασυλλόγιστα, τελείως. Όμως είναι κάτι στιγμές που δεν μπορούμε, που δεν ξέρουμε να χαθούμε. Κι ας παίρνουμε μονίμως λάθος δρόμους. Κι ας χάνουμε όλα τα σημεία αναφοράς. Κι ας έχει πάει αργά, καθώς προχωράμε, και νιώθουμε το βάρος του ξημερώματος. Είναι φορές που, όσο κι αν το προσπαθήσουμε, συνειδητοποιούμε πως δεν ξέρουμε ότι δεν μπορούμε να χαθούμε. Κι ίσως νοσταλγούμε την εποχή όπου μπορούσαμε να χαθούμε. Την εποχή όπου όλοι οι δρόμοι ήταν άγνωστοι ". (Μετάφραση, Αχιλλέας Κυριακίδης)
(Για μια γυναίκα που διάβαζε με το βιβλίο να κρύβει το πρόσωπό της)
" Είδα το λευκό της μέτωπο και τα ξανθωπά της μαλλιά, αλλά ποτέ τα μάτια της. Το βιβλίο της ήταν η μεταμφίεσή της, η πολύτιμη μάσκα της. [...]Διάβασμα είναι να καλύπτεις το πρόσωπό σου. Και γράψιμο είναι να το αποκαλύπτει ".
Alejandro Zambra, Τρόποι να γυρίζεις σπίτι, (Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδ. Ίκαρος).
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017
Σάββατο 21 Μαΐου 2016
Περί ελληνικότητας...
(Διαλόγου Μπόρχες, Σάμπατο συνέχεια...)
ΜΠΟΡΧΕΣ: Ο Γουάιλντ έλεγε ότι οι Έλληνες ήταν ένα έθνος κριτικών.
ΣΑΜΠΑΤΟ: Ως προς αυτό ήταν πολύ "Αργεντίνοι". Θέλω να πω ότι εδώ πάντα υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να πουν την άποψή τους και να λύσουν οποιοδήποτε πρόβλημα από το τραπέζι ενός καφενείου. Οι Έλληνες έμοιαζαν πολύ με εμάς. Είναι πασίγνωστο ότι είναι πολυλογάδες. Ο Σωκράτης ήταν ένας φιλόσοφος του καφενείου, του άρεσε να κουβεντιάζει με τους μαθητές του στις γωνιές των δρόμων των Αθηνών.
ΜΠΟΡΧΕΣ: Ο συγκεκριμένος τύπος ανθρώπου μπορεί να μη συναντάται σε άλλες χώρες.
ΣΑΜΠΑΤΟ: Δεν αρνούμαι αυτές τις αξίες. Απλώς λέω ότι τα τυπικά ελαττώματα των μεσογειακών λαών τα έχουμε κι εμείς.
ΜΠΑΡΟΝΕ: Μιλάτε για διανοητικά ελαττώματα;
ΣΑΜΠΑΤΟ: Ας τα ονομάσουμε καλύτερα διανοητικά γνωρίσματα.
ΜΠΟΡΧΕΣ: Σε κάθε περίπτωση, έχω την εντύπωση πως η σκέψη ενδιαφέρει τους λαούς αυτούς. Έχουν μια ιδιαίτερη ικανότητα να σκέφτονται και να εκφράζουν τη διαφωνία τους.
ΣΑΜΠΑΤΟ: Η δυτική σκέψη ξεκινάει από την Ελλάδα. Γα το λόγο αυτό πιστεύω Μπόρχες, ότι οφείλουμε στους Έλληνες πολλές αρετές και άλλα τόσα κουσούρια. Εννοώ την εξύψωση της λογικής , και την απαξίωση των άλογων χαρακτηριστικών του ανθρώπου. Ο ίδιος ο Σωκράτης, απαξίωσε αυτό το βασικό συστατικό της θρησκείας που είναι η συγκίνηση, το συναίσθημα.
ΜΠΟΡΧΕΣ: Πιστεύω ωστόσο ότι πρόκειται για ένα γεγονός μη αναστρέψιμο. Είμαστε αναπόφευκτα Έλληνες.
ΜΠΟΡΧΕΣ: Ο Γουάιλντ έλεγε ότι οι Έλληνες ήταν ένα έθνος κριτικών.
ΣΑΜΠΑΤΟ: Ως προς αυτό ήταν πολύ "Αργεντίνοι". Θέλω να πω ότι εδώ πάντα υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να πουν την άποψή τους και να λύσουν οποιοδήποτε πρόβλημα από το τραπέζι ενός καφενείου. Οι Έλληνες έμοιαζαν πολύ με εμάς. Είναι πασίγνωστο ότι είναι πολυλογάδες. Ο Σωκράτης ήταν ένας φιλόσοφος του καφενείου, του άρεσε να κουβεντιάζει με τους μαθητές του στις γωνιές των δρόμων των Αθηνών.
ΜΠΟΡΧΕΣ: Ο συγκεκριμένος τύπος ανθρώπου μπορεί να μη συναντάται σε άλλες χώρες.
ΣΑΜΠΑΤΟ: Δεν αρνούμαι αυτές τις αξίες. Απλώς λέω ότι τα τυπικά ελαττώματα των μεσογειακών λαών τα έχουμε κι εμείς.
ΜΠΑΡΟΝΕ: Μιλάτε για διανοητικά ελαττώματα;
ΣΑΜΠΑΤΟ: Ας τα ονομάσουμε καλύτερα διανοητικά γνωρίσματα.
ΜΠΟΡΧΕΣ: Σε κάθε περίπτωση, έχω την εντύπωση πως η σκέψη ενδιαφέρει τους λαούς αυτούς. Έχουν μια ιδιαίτερη ικανότητα να σκέφτονται και να εκφράζουν τη διαφωνία τους.
ΣΑΜΠΑΤΟ: Η δυτική σκέψη ξεκινάει από την Ελλάδα. Γα το λόγο αυτό πιστεύω Μπόρχες, ότι οφείλουμε στους Έλληνες πολλές αρετές και άλλα τόσα κουσούρια. Εννοώ την εξύψωση της λογικής , και την απαξίωση των άλογων χαρακτηριστικών του ανθρώπου. Ο ίδιος ο Σωκράτης, απαξίωσε αυτό το βασικό συστατικό της θρησκείας που είναι η συγκίνηση, το συναίσθημα.
ΜΠΟΡΧΕΣ: Πιστεύω ωστόσο ότι πρόκειται για ένα γεγονός μη αναστρέψιμο. Είμαστε αναπόφευκτα Έλληνες.
Παρασκευή 20 Μαΐου 2016
Για την ποίηση των απλών πραγμάτων
" Ο Χουάν ντε Μαϊρένα ανέβασε κάποτε τον καλύτερο μαθητή του στον πίνακα και τον έβαλε να γράψει τη φράση: " Τα συνήθη γεγονότα που λαμβάνουν χώρα στις πολυσύχναστες οδούς". Ύστερα του ζήτησε να προσδώσει ποιητική μορφή στη φράση. Ο μαθητής σκέφτηκε για λίγο, έπειτα έγραψε: "Τα πράγματα που συμβαίνουν στο δρόμο". Ο Μαϊρένα τον συνεχάρη. Θα μπορούσε βέβαια να πει κανείς πως μια φράση όπως "τα πράγματα που συμβαίνουν στο δρόμο" δεν είναι ποίηση. Αλλά ούτε η άλλη εκδοχή είναι ποιητική. Είναι απλά φρικτή"
(Από τους Διαλόγους των Μπόρχες και Σάμπατο, εκδόσεις Printa)
(Από τους Διαλόγους των Μπόρχες και Σάμπατο, εκδόσεις Printa)
Τρίτη 17 Μαΐου 2016
Περί Θεού
ΜΠΑΡΟΝΕ: " και ποια είναι η γνώμη σας για το Θεό, Μπόρχες;
ΜΠΟΡΧΕΣ: ( Σε εμφανώς ειρωνικό τόνο) Πρόκειται για την κορυφαία επινόηση της φανταστικής λογοτεχνίας. Τα γεννήματα της φαντασίας του Γουέλς, του Κάφκα ή του Πόε ωχριούν μπροστά στο επινόημα της θεολογίας. Η ιδέα ενός τέλειου, παντοδύναμου όντος είναι κατεξοχήν φανταστική. Θεωρώ τη θεολογία ως έκφανση της φανταστικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για την εντελέστερη μορφή του είδους"
Από τους διαλόγους των Μπόρχες- Σάμπατο, εκδ. Printa
Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016
Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015
Σοφίας Νικολαΐδου, Καλά και Σήμερα, Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου το στήθος
Ημερολόγιο βιβλιοβουλιμίας
Σάββατο, 21/11/2015
Απόγευμα στον Ιανό. Το βιβλίο της Σοφίας φιγουράρει σε στίβες στην είσοδο. Επιτέλους. Το αγοράζω και το χώνω στο σακίδιο. Το βράδυ βγαίνω. Θα το πιάσω, μα όχι ακόμα.'Οχι ακόμα. Έχω κόσμο στο σπίτι.Να τους ξεφορτωθώ όλους και μετά. Μόνη, σαν προσευχή. Οι προσευχές δε θέλουν κοινό.
Κυριακή 22/11/2015 8.00 π.μ
Ξεκινώ το διάβασμα. Μέχρι τις 12 δεν ξέρω καν πώς περνάει η ώρα. Το χρονικό της αρρώστιας της Σοφίας χορεύει μπροστά στα μάτια μου. Για μένα είναι φτερούγισμα στο στομάχι. Για τη Σοφία είναι φωτιά και μπουρλότο, ξεθεμέλιωμα της ύπαρξης, κάθοδος στον Άδη κι επιστροφή με μια χούφτα χώμα στο χέρι, όπως στα παιδικά μακροβούτια του καλοκαιριού. Κοίτα μαμά τι έπιασα. Μόνο που εδώ δεν είναι άμμος. Όχι, η Σοφία έχει δίκιο: όταν μιλάει η ζωή, η λογοτεχνία να σωπαίνει. Αλλά και πάλι δε γίνεται αλλιώς. Και το κορμί το μαύρο από τις λέξεις περνάει.
Όλα είναι εδώ, λοιπόν. Η διάγνωση: Καρκίνος; κατά πάσα πιθανότητα ναι. Το αρχικό ξεβόλεμα. Ο πανικός και μετά η ανασύνταξη δυνάμεων. Το γιουρούσι στη αρρώστια. Το γάτζωμα με νύχια και με δόντια από την άγια Καθημερινότητα. Η συσπείρωση δικών και φίλων. Τα ξεκαθαρίσματα: ποιος μένει ποιος φεύγει, ποιος μας κάνει καλό, ποιος μας ρουφάει το μεδούλι. Τι θέλω από τη ζωή μου; Τη ζωή μου. Τα απλά πράγματα: λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ' αγόρι μου. Περπάτημα στην παραλία. Τιραντάκι και ξεμανίκωτη και το παιδί με το ποδήλατο. Παγωτά και ταινίες. Σεξ. Αγκαλιά. Όχι αγκαλιά. Το δικαίωμα στη ύπαρξη με ονοματεπώνυμο: Μου είναι δύσκολο να χαραμίζω δευτερόλεπτα σε πράγματα που δε με ενδιαφέρουν. Δε θέλω να είμαι περιστατικό, έχω όνομα. Η υπακοή στους γιατρούς. Η αναρχία στους γιατρούς: Γιατρέ, έχεις δει το Νονό; Η αναρχία στην αρρώστια: Να τα ξυρίσω (τα μαλλιά) με τη ψιλή. Δε θα μου πέσουν, εγώ θα τα ξυρίσω. Οι στιγμές όπου το κοντέρ μηδενίζει: Θέλω να επιστρέψω στο σώμα που ήξερα. Γίνεται, γιατρέ;
Το Καλά και σήμερα είναι το χρονικό του καρκίνου στο δικό της σώμα. Αλλά οι ιστορίες που μπλέκονται μέσα είναι πολλές. Από τη μια, είναι μια ιστορία παλιννόστησης στην παιδική ηλικία. Τότε που τελείως μαγικά ξέραμε τα σημαντικά και πετούσαμε τα άχρηστα από το παράθυρο. Που θέλαμε βόλτες στην παραλία, γέλια κάτω από τον ήλιο, ένα διπλό κρεβάτι με όσους αγαπάμε πάνω και μια ταινία. Περιποίηση από τη μάνα και τα αδέλφια μας. Λούσιμο και δωράκια από τις φίλες μας. Από την άλλη μεριά, είναι μια ιστορία ενηλικίωσης. Της Σοφίας, του Σάκη, του Γιάννη. Κυρίως του Γιάννη. Που από τις 8.00 το πρωί που ξεκίνησα το διάβασμα, μέχρι τις 19.00 το απόγευμα που έκλεισα το βιβλίο, έχει μεγαλώσει 15 χρόνια και πετάει χαμηλά πάνω στα Νο 41 παπούτσια του. Που παρακολουθεί άγρυπνα τα πάντα μέσα στο σπίτι. Που βεντουζάρει πάνω στη μάνα του και συμπάσχει σωματικά, άλλοτε αληθινά άλλοτε υποσυνείδητα. Που βλέπει τη μαμά με μαγεμένα μάτια. Που πετά τη μια ατάκα πίσω από την άλλη. Αγαπημένη μου για την απλότητα, την αλήθεια και το θάρρος της: Καληνύχτα κούκλα. Κούκλα με λέει από τότε που αρρώστησα.
Κι είναι κι άλλες ιστορίες, όλες στριμωγμένες κάτω από τις σκοτεινές φτερούγες του καρκίνου. Η ιστορία του ξεσκαρταρίσματος. Φίλοι, οικογένεια, περιστάσεις, επαγγελματικά, όλα μπαίνουν στο μικροσκόπιο. Επανεξετάζονται. Η "επταφοβία". Το λαχείο με το νούμερο 7. Η συγγραφή. Η διδασκαλία. Το σχολείο. Το Δημόσιο. Ο Θεός. Ο καμβάς των εθνικών μας διαπραγματεύσεων. Μάχες που χάνονται. Άλλες που κερδίζονται. Κι άλλες που μένει ακόμα να κερδηθούν. Πάνω από όλες τις ιστορίες, η προσωπική μας ροκιά, με σάουντρακ Αγγελάκα. Καλλλά και σήμερα, λοιπόν.
Η γραφή κοφτή, σπαθάτη, όπως κι η ίδια η Σοφία. Δε μασάει τα λόγια της, μπήγεται στην καρδιά. Ο καρκίνος έχει πια το δικό του άρωμα, το δικό του σάουντρακ αλλά και τη δικιά του φωνή. Τη φωνή που του έδωσε μια σπουδαία συγγραφέας, μια σπουδαία γυναίκα.
Κυριακή 22/11/2015 8.00 μ.μ.
Σοφία πλησιάζουν Χριστούγενα. Κι αυτά, και τα επόμενα, και όλα τα Χριστούγεννα, θα σκέφτομαι τις σκέψεις σου της Τετάρτης 31ης Δεκεμβρίου 2014: "Φέτος θα κάνω μόνο πράγματα που αγαπώ. Θα βλέπω μόνο τους ανθρώπους που θέλω. Δε θα ξοδευτώ σε ανοησίες, ο χρόνος είναι πολύτιμος. Δε θα ανεχτώ, δε θα καταπιώ, δε θα υποστώ. Δε θέλω βαρίδια στα πόδια μου. Θέλω χαρά. Ακούς, Άγιε Βασίλη; Χαρά σε συσκευασία δώρου. Σε μεγάλο κουτί".
Χαρά και υγεία!
Καληνύχτα κούκλα.
(Πορτραίτο με τίτλο Brave, της Αλεξίας Μαρούλη, για τις μητέρες που νόσησαν)
Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








