Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Συγγραφείς νιαρ νιαρ




Οι Συγγραφείς και τα γατιά τους

Σκύλοι; πφφφ... στη χώρα των λογοτεχνών οι γάτες αφήνουν τους σκύλους μίλια μακριά. " Φάτε τη σκόνη μας, τη γούνα μας, τα μουστάκια, την ουρά μας". Η γάτα, υπαρκτή αλλά και ανύπαρκτη ταυτόχρονα, διακριτική αλλά και αδιαφιλονίκητα κυρίαρχη και συντροφική δίνει στον μανιακό - της συχνά εως και 15ωρης συγγραφής- αίσθημα, κουράγιο, λάμψη, χαρακτήρα, στυλ. Πολλοί ύμνησαν τις χάρες της. Πολλές γραφομηχανές έγιναν φωλιά της. Πολλά παράθυρα σκοτείνιασαν από την κουλουριασμένη της φιγούρα. Πολύ μελάνι χύθηκε για τις πατούσες της. Πολύ μελάνι χύθηκε στις πατούσες της. Πρώτα πρώτα ο Ερνέστος...
Έρνεστ Χέμινγουεϊ

 " Η γάτα διαθέτει απόλυτη συναισθηματική εντιμότητα. Οι άνθρωποι, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, μπορεί να κρύβουν τα συναισθήματά τους. Μια γάτα δεν το κάνει ποτέ"  ( Έρνεστ Χέμινγουεϊ).



Τσαρλς Μπουκόφσκυ

" Το ' να χεις καμιά δεκαριά γάτες γύρω σου είναι πολύ καλό. Άμα είσαι χάλια, τους ρίχνεις μια ματιά και νιώθεις καλύτερα, γιατί γνωρίζουν ότι όλα, είναι όπως είναι. Δεν υπάρχει τίποτα που να τις αναστατώνει.  Απλά γνωρίζουν. Μπορούν να σε σώσουν. Όσο πιο πολλές γάτες έχεις, τόσο πιο πολλά χρόνια ζεις. Αν έχεις εκατό γάτες, θα ζήσεις δέκα φορές παραπάνω, από όσο θα ζούσες αν είχες δέκα γάτες. Μια μέρα αυτό θα ανακαλυφθεί και οι άνθρωποι θα έχουν γύρω τους χίλιες γάτες και θα ζουν για πάντα. Είναι στ' αλήθεια γελοίο (Τσαρλς Μπουκόφσκυ).



Νηλ Γκάιμαν


"Όχι, είπε η γάτα. Εσείς οι άνθρωποι έχετε ονόματα. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν ξέρετε ποιοι είστε. Εμείς ξέρουμε ποιοι είμαστε  και για αυτό δεν έχουμε ονόματα" (Νηλ Γκάιμαν). 

Ρέυ  Μπράντμπερυ



" Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό της δημιουργικότητας. Μεταχειρίζεσαι τις ιδέες σα γάτες: τις κάνεις να σε ακολουθούν" (Ρέυ Μπράντμπερυ")



Γουίλιαμ Μπάροουζ

" Η γάτα δεν προσφέρει υπηρεσίες. Η γάτα προσφέρει τον εαυτό της" (Γουίλιαμ Μπάροουζ).


Έντγκαρ Άλαν Πόε

Μακάρι να έγραφα με τόσο μυστήριο όσο διαθέτει μια γάτα" (Έντγκαρ Άλαν Πόε).


Χόρχε Λουί Μπόρχες

" Ζεις σε αλλιώτικους καιρούς. Εξουσιάζεις έναν κόσμο κατάκλειστο, όπως του ονείρου" (Χόρχε Λουί Μπόρχες)


Ζαν Κοκτώ

"Αγαπώ τις γάτες γιατί λατρεύω το σπίτι μου. Σιγά σιγά γίνονται η ορατή ψυχή του" (Ζαν Κοκτώ).


'Εντουαρντ Γκόρευ

" Βιβλία. Γάτες. Η ζωή είναι ωραία" (Έντουαρντ Γκόρευ_.

Ατέλειωτος ο κατάλογος των γατολατρών. Όμως ο καλύτερος ίσως είναι ο T.S. Elliot με το βιβλίο του " Το εγχειρίδιο πρακτικής γατικής του γερο - Πόσουμ". Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα σε μια απογειωτική και μεγαλοφυή μετάφραση της άλλης μεγάλης γατόφιλης, της δικιάς μας Παυλίνας Παμπούδη. 

ΠΏΣ ΑΠΟ-ΚΑΛΟΥΜΕ ΤΙΣ ΓΑΤΕΣ


Αφού διαβάσατε λοιπόν για Γάτων τόσα είδη
Ίδια με μένα άποψη θα σχηματίσατε ήδη:
Δεν ωφελεί, δεν γίνεται κανείς να προσπαθήσει
Τη φύση αυτού του πλάσματος να την κατανοήσει.
Ξέρετε τώρα αρκετά, να το παραδεχτείτε
Και πόσο μοιάζουνε με μας μπορείτε να το δείτε
Με σας, με μένα και μ'  αυτούς που δίπλα μας περνάνε
Που είναι όλοι αλλιώτικοι κι άλλα μυαλά φοράνε:
Υπάρχουν γάτοι γνωστικοί, υπάρχουν και τρελάρες
Γάτοι αξιοσέβαστοι και γάτοι σαχλαμάρες
Άλλοι καλοί, άλλοι κακοί - μα όλοι με αξία
Και όλοι επιδέχονται ομοιοκαταληξία.
Κι αν τώρα μάθατε πολλά, ονόματα, συνήθειες,
Πώς παίζουν, πώς εργάζονται, κι άλλες μικρές αλήθειες,
Έχουμε κάτι βασικό ακόμα να σκεφτούμε:
      Πώς είναι πρέπον τα Γατιά να τα απο-καλούμε;

Εγώ σας λέω κατ'  αρχήν - και σας μιλώ σαν φίλος -
Ποτέ μην το ξεχάσετε: ΔΕΝ ΕΙΝ' Η ΓΑΤΑ ΣΚΥΛΟΣ!

Οι σκύλοι υποκρίνονται συχνά πως ξεσαλώνουν
Μα μοναχά γαβγίζουνε και σπάνια δαγκώνουν
Και γενικώς μπορεί κανείς εύκολα να τους κρίνει:
Είναι ψυχή απλοϊκή ο Σκύλος - τι να γίνει;
(Τέτοιο κανόνα βέβαια οι Πικς*  δεν τον φοβούνται
Τ'  απίθανα Σκυλοφρικιά μπορούν να εξαιρούνται)
Ο Σκύλος πάντως ο κοινός, ο τρέχων, ο συνήθης,
Είναι χαζοχαρούμενος και ελαφρώς ευήθης.
Τον κάνεις από ηδονή κι από χαρά να λιώνει
Αν τον χαϊδέψεις μοναχά κάτω απ'  το σαγόνι.
Κι αν τον χτυπήσεις φιλικά στην πλάτη θα τον ρίξεις
Το ίδιο και την μπροστινή πατούσα αν του σφίξεις
Θα κυλιστεί στα πόδια σου, χαλί να τον πατήσεις
Α, είν'  ο σκύλος αφελής, κάνει ό,τι θελήσεις.

Σας το θυμίζω πάλι εδώ και σας το λέω σταράτα:
Ναι, το Σκυλί είναι Σκυλί - ΚΙ Η ΓΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΓΑΤΑ

Στις γάτες ένα τυπικό πρέπει ν'  ακολουθούμε:
Εάν δεν μας μιλήσουνε να μην τις ενοχλούμε.
Σαφώς, όχι υπερβολές, γιατί ό,τι κι να πείτε,
Κάποια μικρή προσφώνηση πάντοτε απαιτείται.
Μα η Γάτα οικειότητες πολλές δεν αγαπάει
Κι αυτό δεν επιτρέπεται κανείς να το ξεχνάει.
Εγώ, π.χ., αν Γάτα δω, ευθύς -θέλω δε θέλω-
Ευγενικά θα υποκλιθώ βγάζοντας το καπέλο.
Θα την αποκαλέσω δε, κομψά και κυριλάτα
Προσεχτικά, λακωνικά - πολύ απλά, "Ω ΓΑΤΑ!"
Αν τύχει όμως κι ειν'  καμιά Γάτα γειτόνισσά μου
Που συναντιόμαστε συχνά μπρος στο διαμέρισμά μου,
θάρρος θα έχω σχετικό και ίσως να τολμήσω
"ΚΑΛΩΣ ΤΗ ΓΑΤΑ" να της πω και να την προσφωνήσω.
Βέβαια έχω ακουστά ότι τη λεν Εσπρέσσο
Μα ειν'  νωρίς με τ'  όνομα να την απο-καλέσω.
Μια Γάτα πριν καταδεχτεί φίλους της να σας κάνει
Θέλει ένα δείγμα ιπποτισμού, κάτι να τη γλυκάνει:
Μια προσφορά εκτίμησης, όπως λίγη κρεμούλα
Πίτα Στρασβούργου εκλεκτή, ψητό ή Γαλοπούλα.
Κάτι του γούστου της κανείς πρέπει να την τρατάρει,
Λίγο πατέ ή σολομό, ή μια μπουκιά χαβιάρι.
(Γνωρίζω κάποια Γάτα εγώ που άλλο μεζέ δε θέλει
Και τίποτα δε δέχεται εκτός από κουνέλι.
Δωσ' της κουνέλι και θα δεις, θα γλείφει τα μουστάκια
Κι όλη τη σάλτσα θα τη φάει κι όλα τα κρεμμυδάκια)
Λοιπόν όταν σ'  απόσταση μια Γάτα σας κρατάει
Τον εαυτό της σέβεται και σέβας σας ζητάει.
Κι αν έμπρακτα το δείξετε πάτε με τα νερά της,
Θα την απο-καλέσετε τέλος με τ'  όνομά της!

Έτσι είναι τα πράγματα, να το παραδεχτείτε
Τις Γάτες με ευπρέπεια πρέπει ν' απο-καλείτε.

*Πικς: σκυλοπαρέα, που ο Έλιοτ της αφιερώνει ένα ποίημα στην ίδια συλλογή με τίτλο: "Από την τρομερή μάχη των Πικς και των Πόλικς"


Απόδοση: Παυλίνα Παμπούδη, Γιάννης Ζέρβας
Εκδόσεις ΆΓΡΑ






Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

Για τους φίλους που μεγαλώνουν μαζί για τους φίλους που δε γερνάνε μαζί

Πίσω σε μια ασπρόμαυρη εποχή, οι Peter Paul and Mary ήταν οι ήρωες των παιδικών μου χρόνων. Δε χρειάζονταν στούντιο, ντραμς, πολύπλοκες ενορχηστρώσεις, σπόνσορες και μανατζαραίους. Δυο κιθάρες και μια βελούδινη τριφωνία, μεγάλο δέσιμο και πλάκες στη σκηνή έφτιαχναν μια μολότοφ σοβαρότητας ανακατεμένης με γέλιο, απλότητα και ευφυία. Τους Peter Paul and Mary προσπαθούσαμε να μιμηθούμε με το φίλο μου το Δημήτρη. Το ντουέτο μας, το Ξύλο και το Μέταλλο, ήταν ανάρπαστο σε πάρτι και σχολικές γιορτές, αντί για κάλαντα ελληνικά παίρναμε σβάρνα τις πόρτες φίλων άγρια χαράματα και τους ξυπνάγαμε ωρυόμενοι με το a soaling (κάλαντα λίγο παλιά, πολύ αμερικάνικα). Στο "παίξτε μας κάτι" βουτάγαμε την κιθάρα και παίζαμε το μεγάλο μας σουξέ lemon tree ενώ σε κανένα κασετόφωνο δεν είχε μείνει πορτάκι από τα μπρος πίσω της κασέτας για να " βγουν" τα ματζόρε και οι εβδόμες που εγώ δεν τα' πιανα πολύ αλλά ο Δημήτρης τα ' χε αμέσως. Κι έκανε κι εκείνο το σπάσιμο στο μικρό δαχτυλάκι για να πιάσε το μπαρέ, ενώ εγώ πιο πολύ εστίαζα στο να βγάλω τα κοκοράκια της Mary Travers  (γιατί ήμουνα και λίγο Joan Baez, ή νόμιζα ότι ήμουν). 
Οι Peter Paul and Mary δεν υπάρχουν πια αλλά πρόλαβαν και γέρασαν μαζί. Το Ξύλο και το Μέταλο υπάρχουν. Δε θα γεράσουν όμως μαζί. 

ίσως για αυτό γίνονται όσα δε θα έπρεπε να γίνουν
δε γερνάει ποτέ αυτό που δεν έχουμε
τα ακατανόητα μπαίνουν σε μια θέση
το φως ανάβει
το φως δε γερνάει ποτέ 





Πού έχουν πάει όλα τα λουλούδια, Δημήτρη; 



Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Ίταλο Καλβίνο, Η απόσταση της σελήνης (από τα Κοσμοκωμικά, 1965)



Μη με διαβάζετε...
όταν υπάρχει τέτοια οπτικοακουστική μαγεία...

Ο Ίταλο Καλβίνο, αυτή η κουβανο- ιταλίδα πανούργα γρια αλεπού,  αυτός ο τρομακτικός εγκέφαλος, αυτή  η πανμισητή από εμένα ιδιοφυΐα,  με τα ακροβατικά πετάγματα και τις πιρουέτες του, με τα κόλπα και τις τσιριμόνιες του, αυτό το τέρας μόρφωσης, έμπνευσης και δημιουργικότητας... 
αυτός, αυτός, ο άνθρωπος αυτός....
παντρεύεται σε αυτό το βίντεο την ισραηλινής καταγωγής συγγραφέα παιδικών βιβλίων και εικονογράφο Shulamit Serafy. Το μυστήριο τελείται σε στοιχειωτικά εβραϊκά. Ψάλτης, ο Eric Satie και το υπνωτικό Gnossienne. 

Αποτέλεσμα: ποίηση.


Μια ιστορία βασισμένη σε ένα κείμενο του Italo Calvino, από τη συλλογή  Τα κοσμοκωμικά, εκδόσεις Αστάρτη. 



Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Η πουτίνγκα της Χαρίκλειας

"Λάχανα τουρσί και γλώσσα βοδινή
Κρούστα μισή οκά και τηγανιά μιαλά
Και δια το βραδυνό  ντεσσέρτ, μια μουσταλευριά". 


Όχι δεν είναι παιδικό τραγουδάκι ούτε Μαμαλάκειον άσμα τραγουδισμένο πάνω από αχνιστές κατσαρόλες. Πίσω από έναν μεγάλο άντρα κρύβεται μια μητέρα; Αν ναι, τότε ίσως πίσω από ένα μεγάλο λογοτεχνικό έργο κρύβεται ένα μπισκότο. Δεν αναφέρομαι στις περίφημες madeleines του Μαρσέλ Προυστ. Αναφέρομαι στον Κ. Π. Καβάφη, στη μητέρα του Χαρίκλεια και στο τετράδιο συνταγών της το οποίο εκδίδουν το 2003 οι εκδόσεις Ερμής κάνοντας την έκπληξη, με εισαγωγή του Μανόλη Σαββίδη, τυπογραφική επιμέλεια του Σαββίδη και της Χριστίνας Κορίζη και μεταγραφή των συνταγών «με την δέουσα ακρίβεια» από την Κατερίνα Γκίκα. Το χυμώδες χειρόγραφο τετράδιο σώζεται στο Αρχείο Καβάφη, μαζί με φωτογραφίες, επισκεπτήρια και επιστολές της Χαρίκλειας, καθώς και άλλα χειρόγραφά της πρακτικού χαρακτήρα, όπως μας πληροφορεί ο Μανόλης Σαββίδης στην εισαγωγή του.
     


Το τετράδιο των συνταγών της Χαρίκλειας Καβάφη είναι το τετράδιο που κάθε νοικοκυρά και μανούλα φυλά στο συρτάρι, λεκιασμένο από λάδια, βούτυρα ή σάλτσα, στριμωγμένο κάπου ανάμεσα σε ποδιές, πετσέτες και σκεύη μαγειρέματος, παραφουσκωμένο από ένθετα  με άλλες συνταγές, ίσως δανεικές, ίσως γραμμένες από άλλο χέρι. Είναι ωραίο να σκεφτόμαστε ότι ίσως η «τούρτα της Ευβουλίας» είναι η συνταγή της Ευβουλίας που άρεσε στη Χαρίκλεια, οι «χουρμάδες γλυκό» ή οι «ωραίαι πατισαρίαι» μπορεί να έχουν κάποια γευστική σχέση με την ποιητική μνήμη του Αλεξανδρινού.
         
Σύμφωνα με γραπτή μαρτυρία του ποιητή, η Χαρίκλεια παντρεύτηκε τον Πέτρο-Ιωάννη Καβάφη στην Κωνσταντινούπολη το 1849. 14 ετών αυτή και εκείνος 36. Τα δύο πρώτα χρόνια του γάμου τους τα πέρασαν στην Πόλη, στο σπίτι της πεθεράς της. Το 1852 έφυγαν για την Αγγλία, με μια μεγάλη στάση στο Παρίσι όπου ο Καβάφης μεταμόρφωσε την ανατολίτισσα κοπέλα σε γυναίκα του κόσμου, με αγγλικά, γαλλικά και ζωγραφική. Το 1854 ή το 1855 η οικογένεια (που στο μεταξύ είχε αποκτήσει τρία παιδιά, τον Γεώργιο - 1850 -, τον Πέτρο-Ιωάννη - 1851 - και τον Αριστείδη - 1853) εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια. «Η Αλεξάνδρεια βρισκόταν τότε στο ξεκίνημά της. (...) Την επομένη της αφίξεώς της, η Χαρίκλεια Καβάφη έκανε την εμφάνισή της σε έναν μεγαλοπρεπή χορό, στου κυρίου Pastres. Η αλεξανδρινή κοινωνία δεν άργησε να αναγνωρίσει την Χαρίκλεια Καβάφη ως την ωραιοτέρα γυναίκα της Αλεξανδρείας. Ορισμένες φωτογραφίες της από την εποχή εκείνη, παρά την ατελή φωτογραφική μέθοδο των δεκαετιών '50 και '60, δείχνουν πως υπήρξε πράγματι ωραιοτάτη», όπως έγραφε ο Κωνσταντίνος Καβάφης για τη μητέρα του.

Μερικές συνταγές



Το ωραίο τετράδιο Συνταγών, με το βαρύ, καλό, λαδοπράσινο χαρτί , που απέκτησε 120 χρόνια μετά το θάνατό της η Χαρίκλεια Καβάφη, χάρη στη φροντίδα των εκδόσεων «Ερμής», το χρωστάει φυσικά στο «χρυσό της αγοράκι», τον «γλυκούτζικο μικρό της» που εκατόν πενήντα χρόνια μετά τη γέννησή του και εβδομήντα από το θάνατό του, (29 Απριλίου, 1863-1933), θεωρείται αδιαφιλονίκητα ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του αιώνα. Το χειρόγραφο τετράδιο συνταγών της, διαστάσεων 16,3 Χ 24,8 εκατοστών, που βρέθηκε στο Αρχείο Καβάφη, όπως μας πληροφορεί στην εισαγωγή του ο Μανόλης Σαββίδης, είναι δεμένο με σκληρό κάλυμμα, χρώματος καφέ σκούρου, όπως ακριβώς και η παρούσα έκδοσή του. Κατά τ' άλλα είναι ένα κοινό λογιστικό τετράδιο με κόκκινες γραμμούλες στις άκρες, ένα από τα ευρισκόμενα πιθανώς του παλιού και έως το 1876 ανθηρού εμπορικού οίκου των Καβάφηδων..



Γευτείτε λίγο και τη γλώσσα: 



  1. ž Βάζουν φωτιαίς επί του καπακιού
  2. ž Κενόνουν εις την πιάτη ταις μελιτζάναις
  3.  žΝερόν και ριγάνι
  4.  žΣολικάνη (τον κόκκαλον από το κρέας)
  5.  žΤζακίζουν το μέρος της ουράς
  6.  žΠαστρεύουν τα κυδώνια
  7.  žο τέντζερες παστρικός
  8.  žτο σιμιγδάλι τζιρτζιρίζει
  9.  žΕις το όπισθεν(!) της χουλιάρας
  10.  žΤο μισό βίσινο παστρεμένο από τα κουκούτζια του, το άλλο μισό ζουλικτόž
  11.   Ενός γροσσιού φουντούκια
  12.  žΓυρίζουν και την serviroun
  13.  žΚάμνεις λουρίδες το ζυμάρι και το σεντρατζώνεις…βάζεις garni.
  14.  žΞαπλώνεις το παντεσπάνι και το φουρνίζεις, το τυλίγεις roulo και το κόπτεις.
  15. ž Την mayonaise την περιχούν επί του ψαριού και την γκαρνίρουν με τουρσιά ποικίλα, δηλ. mixed.
  16. ž Σαν βγάζεις το ψάρι από το τηγάνι, να έχεις στημπόχαρτιν […]δια να πιη την λίγδα.

 
Οι Συνταγές δεν είναι απλώς το μαγειρικό τετράδιο μιας κοσμοπολίτισσας Ελληνίδας της Κωνσταντινούπολης, της Αλεξάνδρειας και του Λίβερπουλ. Είναι πριν απ' όλα ο καθρέφτης αυτού του κοσμοπολιτισμού, όπου καθρεφτίζεται από μιαν άλλη οπτική γωνία ο κόσμος του Κ. Π. Καβάφη.  Ανατολίτικες και βορειοαφρικάνικες συνταγές εναλλάσσονται με συνταγές της γαλλικής, κυρίως, της αγγλικής αλλά και της ιταλικής κουζίνας, εξωτικά υλικά συνταιριάζονται με δυτικούς τρόπους, και ο πατζάς με τη charlotte russe, το τας κεμπάπι με το μουχαλεμπί , το ταβουκιοξού με το χοσάφι, η mayonnaise  με τα πανκέκια , τα μιαλά με την ταπιόκα ή saigo pudding. Εκτός όμως από τις μυρωδιές της κουζίνας φέρνουν έναν γλωσσικό πλούτο, μια γλώσσα ανεπιτήδευτη, χωρίς φόβους για τις προσμείξεις και τις επιρροές. Τι να θυμηθούμε; Το σιγανοψήνεται; Το σολικάνει (το κόκαλο από το κρέας); Τον παστρικό (πάτο του τέντζερη); Το πικταίνει; Το κενόνεις; Τα λεμονότζεφλα; Το βρέχοντας τα χέρια ακατάπαυστα με γάλα; Την χουλιάραν; Το χύνουν χουλιαριά, χουλιαριά το κουρκούτι; Τις όρνιθαις; Τις ξεκουκουτζομέναις ελλιαίς; Την λίγδα; 




Φανταστείτε τη Χαρίκλεια Καβάφη στην κουζίνα του σπιτιού της στην οδό Σερίφ της Αλεξάνδρειας, στα καλά χρόνια της οικογένειας. Τότε που ζούσε ο αρχηγός της, ο Πέτρος-Ιωάννης Καβάφης, τότε που «εκέρδιζε πολλά και τα εξόδευεν αφθόνως βαστώντας στην κοινωνία υψηλό βαθμό μεγαλεμπόρου», όπως έγραψε αργότερα ο γιος τους, ο βενιαμίν τους, Κωνσταντίνος. Φανταστείτε την κίνηση στο σπίτι και τα ατελείωτα σούρτα φέρτα του γάλλου παιδαγωγού, της αγγλίδας νταντάς, των τεσσάρων -πέντε ελλήνων υπηρετών (γραικών), του ιταλού αμαξά και του αιγύπτιου σεΐση. Φανταστείτε την βαριά, αργοκίνητη μετά από τις 9 γέννες, να γράφει τις συνταγές στο τετράδιό της, δεμένο με σκληρό κάλυμμα, χρώματος καφέ σκούρου, χρησιμοποιώντας πότε μελάνι μοβ, πότε μολύβι μαύρο και πότε μολύβι μαβί. Ενα τετράδιο λογιστικής, προφανώς του ανδρός της, ήταν το τετράδιο της Χαρίκλειας που με τη χαβιαροσαλάτα της, τα τασκεμπάπ και την ταπιόκα μετατράπηκε σε πολύτιμη πηγή της καθημερινότητας σε ένα ευκατάστατο σπίτι της Αλεξάνδρειας, τεκμήριο συμπεριφορών και νοοτροπιών μιας εμπορικής οικογένειας που έδωσε στον κόσμο έναν ποιητή.

Μπορεί η ξεκάρφωτη, όπως σχολιάζει ο R. Liddell, σημείωση :«Το κοτόπουλο που ο Αχμέτ ξέχασε να βάλει στο φούρνο και την τελευταία στιγμή το τηγάνισε», να μην έχει καμία απολύτως σχέση με τη madeleine, μπορεί ακόμα τα δύο μπισκότα με τη μαρμελάδα ανάμεσα, που συχνά-πυκνά καταβρόχθιζε η παθιασμένη γλυκατζού Χαρίκλεια, επίσης να μην έχουν καμία σχέση, όμως ο Καβάφης αναφέρεται πολύ συχνά στη Γενεαλογία και σε σκόρπιες σημειώσεις του σε μενού, εδέσματα και θέματα τραπεζιού: «Εφαγα κουλουράκια και φρούι γκλασέ. Ηπια πολύ κονιάκ..»

Στις 4 Φεβρουαρίου του 1899 η «Χοντρή» του πέθανε. «Ηταν ιδιαιτέρως ωραία», μας λέει ο ποιητής, και εμείς δυσκολευόμαστε να το δούμε. «Ολως αξιέπαινος ήταν ο χαρακτήρας της. Η ζωή της δεν υπήρξε ευτυχής: ήταν όμως πάντοτε γενναία στις αντιξοότητες, πάντοτε αξιοπρεπής και τιμία». Και μανούλα τρυφερή και χαδιάρα, προσπαθώντας να κρατήσει το σπίτι της, με αξιοπρέπεια, τη σειρά της, τη γνώση, την αίσθηση και τον τρόπο των παλιών μεγαλείων. Και δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι αυτές οι συνταγές πουέθρεψαν την πείνα του Κωνσταντίνου της,  που τον γλύκαναν,  που θυμιάτισαν την όσφρησή του, είναι οι ίδιες συνταγές που ίσως εκεί, στα βάθη του ασυνειδήτου, στο ανεξιχνίαστο φωτοβολταϊκο της ποιητικής του έμπνευσης, ευθύνονται για έναν από τους κατά την προσωπική μου άποψη, τελειότερους, ακριβότερους καβαφικούς στίχους : « κατά τες συνταγές αρχαίων ελληνοσύρων μάγων». 

«Να τρώτε καλά, και προπαντός beef, και να παχαίνετε, πολυαγαπημένα μου παιδάκια».
Στα «φίλτατα και χρυσά, χρυσά παιδάκια» της, στον Τζων και τον Κωνσταντίνο συγκεκριμένα, απευθύνει η Χαρίκλεια Καβάφη την τρυφερή και συγκινητικά «μαμαδίστικη» αυτή παραίνεση, την εποχή που τα δύο αδέλφια ταξίδευαν σε Γαλλία και Αγγλία το 1897. «Να προσέχετε, να τρώτε καλά. Να προσέχετε το φαγητό σας στη Γαλλία όπου αι σάλτζαις σκεπάζουν πολλά!!» Να προσέχετε τα πάντα, «Κωστάκη,» -ο Καβάφης ήταν τότε 34 χρόνων- «στον ζωολογικό κήπο μην πας πολύ κοντά στους φίλους σου τα ζώα, γιατί καμιά φορά θυμώνουν...».


Είναι ώρα να κλείσουμε τα καπάκια των τεντζερέδων στην κουζίνα του Καβαφέικου. Ας κρυφακούσουμε για λίγο ακόμα πίσω από την πόρτα της τραπεζαρίας τους για να μαντέψουμε το κλίμα της ευωχίας τους. Το δείπνο σερβίρεται στις 7.30'. Ο Αχμέτ, εξαιρετικός μάγειρας μαγείρεψε σούπα, κοτόπουλο, παστιτσάκια. Επιδόρπιο μουχαλεμπί. Κλείνοντας την πόρτα πίσω μας έρχεται στο μυαλό μας εκείνο το παλιό τραγούδι μιας άλλης ελληνίδας της διασποράς, της Λωξάντρας:


«Μουχαλεμπί και γκιούλ σερμπέτ ο αναστεναγμός σου
και του Χατζή Μπεκίρ λοκούμ ο τρυφερός λαιμός σου.

Ο κάθε λόγος σου γλυκός, σαν ραβανί αφράτος,
και σαν Αιβάν – Σεράι λοκμάς με μέλι μυρωδάτος » .


Η παραπάνω εισήγηση παρουσιάστηκε στο Συνέδριο για τον Κ.Π. Καβάφη  που οργάνωσε το Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας τον Ιούνιο του 2010 υπό την καθοδήγηση του αείμνηστου Μίμη Σουλιώτη.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

Έξι σκύλοι αναζητούν συγγραφέα!


Ή αλλιώς: οι συγγραφείς και τα σκυλιά τους

Ας μην πέσουμε στην αιώνια παγίδα σκύλος ή γάτα. Όσοι αγαπούν τα ζώα, αγαπούν και εκτιμούν για τις αρετές τους, και τα δύο είδη. Ειδικά οι συγγραφείς, συχνά έδεσαν τη ζωή τους με διάφορα ζώα. Ακολουθεί ένα σύντομο αφιέρωμα στους σκυλοτρελαμένους συγγραφείς. ('Επεται και το γατομάνι). 'Απολαύστε μερικά πολύ τρυφερά ανοίγματα στην ιστορία. Γιατί όπως μοναδικά είπε η Ζυράννα Ζατέλη,   "Θα  κριθούμε, και θα' ναι από τα μάτια των ζώων". 


Η Βιρτζίνια Γουλφ και η Πίνκα. Ο σύζυγός της, Leonard, είπε για την Πίνκα, "Με έκανε να πιστέψω στο Θεό, παρ' όλο που "λέρωνε" το πάτωμά μου οχτώ φορές τη μέρα".



Ίσως να σου φανεί συναισθηματικό - αλλά ένα σκυλί κατά κάποιο τρόπο αντιπροσωπεύει - δε μου έρχεται η σωστή λέξη - τη μυστική πλευρά της ζωής , την παιχνιδιάρικη πλευρά" (Β. Γουλφ).


Δεινός σκυλολάτρης και γνωστός φαρμακερός ατακαδόρος ο Μαρκ Τουέιν, έχει πει και το αμίμητο: " Ο Παράδεισος σου δίνεται σαν χάρη. Αν όμως δινόταν ως αντάλλαγμα για την αξία, τότε θα έπρεπε να μείνεις απ' έξω εσύ και να μπει μέσα ο σκύλος σου  ". We love you Mark!
  • Η Φρανσουάζ Σαγκάν με έναν γερμανικό ποιμενικό. Σα φωτογράφιση για τη Vogue.
Η Γερτρούδη Στάιν και η σύντροφός της Άλις Τόκλας στο σαλόνι τους, με το παιδί.


Η Κολέτ και το μπουλντόγκ Τόμπυ, το πρώτο - από μια σειρά σκύλων- και η μούσα της.



Άλλη μια Κολέτ και ο Τόμπυ

Ο Άντον Τσέχοφ κι ένα ντάτσχουντ. Λέτε από αυτό να εμπνεύστηκε την "Κυρία με το σκυλάκι; "



Ο Τζων Στάινμπεκ και ο Τσάρλι

" 'Εχω δει εκείνο το βλέμμα στα μάτια του σκύλου, μια γρήγορη, λοξή ματιά έκπληκτης περιφρόνησης και είμαι πεπεισμένος ότι οι σκύλοι πιστεύουν ότι οι άνθρωποι είναι μαλάκες"  ( Τ. Στάινμπεκ)


Ο συγγραφέας παιδικών βιβλίων και εικονογράφος παιδικών βιβλίων Μορίς Σεντάκ και ο Χέρμαν 

" Μισώ τους ανθρώπους" (Μ. Σεντάκ)

Ο Ουίλιαμ Φώκνερ και  τα σκυλιά του



Ο Τρούμαν Καπότε με το μπουλντόγκ του. Ναι, τα μπουλντόγκ σε αυτό το αφιέρωμα έχουν την τιμητική τους.
Ο Τσαρλς Ντίκενς με τον Τερκ



Και η " θεά " Μπάρμπρα Κάρτλαντ των Άρλεκιν με ένα από τα ροζ βαμμένα σκυλάκια της



Ο Τζων Γκρόγκαν, συγγραφέας του βιβλίου "Ο Μάρλευ κι εγώ" - εδώ με το νέο του λαμπραντόρ Γκράτσιε.




....και μια τελευταία,σκυλοφωτογραφία, ενός σκύλου χωρίς το συγγραφέα του...


" Το κίτρινο λαμπραντόρ" , του Dean Russo

" Τα σκυλιά είναι σπουδαία. Τα "κακά" σκυλιά - αν μπορείς πραγματικά να τα αποκαλέσεις έτσι- είναι ίσως τα καλύτερα από όλα. (John Grogan)


Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Ντράγκαν Βέλικιτς, Ρώσικο Παράθυρο





Βέλικιτς, Ο Άρχοντας της Σιωπής





"Οι μέρες γλιστρούσαν σαν πλήκτρα"

Υπάρχουν βιβλία που δεν ξέρεις από πού να αρχίσεις και πού να τελειώσεις. Τα διαβάζεις μόνο με μολύβι στο χέρι. Σύντομα το παρατάς γιατί έχεις υπογραμμίσει  τα ¾ του βιβλίου. Τελειώνεις με το ίδιο αίσθημα οδύνης που φέρνει μαζί του κάθε ανεπιθύμητο τέλος. Θα θελα να το είχα γράψει εγώ. Είναι εγώ. Είναι κλεμμένο. Αν είχα αρχίσει να γράφω λίγο νωρίτερα…
Το Ρώσικο παράθυρο (Ruski Prozor) του πολυβραβευμένου σέρβου συγγραφέα και πρέσβη της χώρας του στην Αυστρία, Dragan Velikic είναι αυτό το βιβλίο. Είναι από εκείνα τα βιβλία που δε σε νοιάζει η υπόθεση, η υπόθεση είναι το πρόσχημα. Ο Ρούντι ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός γιατί αισθάνεται αυτό το κάτι που δεν τον αφήνει να ησυχάσει. Ζει στο Βελιγράδι αλλά μετά από το θάνατο του πατέρα του και του έρωτά του για μια κοπέλα αποφασίζει να φύγει για Βουδαπέστη, λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία. Αυτά.
Συγκριτικά με την φαινομενικά απλοϊκή εξωτερική δράση, η εσωτερική δράση του βιβλίου είναι καταιγιστική. Οι σκέψεις, τα διλλήματα, οι εσωτερικές συγκρούσεις, είναι όλα εδώ.  Οι ήρωες προσπαθούν εναγωνίως να αυτοπροσδιοριστούν. «Με αναστατώνουν οι δυνατότητες. Ανά πάσα στιγμή πρέπει να πάρω μια απόφαση. Να βάλω μισή ή ολόκληρη κουταλιά ζάχαρη στον καφέ; Να ξεφυλλίσω μονάχα ή να διαβάσω ως το τέλος την εφημερίδα; Να απαντήσω στο τηλέφωνο; Να ανοίξω το παράθυρο; Η ζωή περνάει κι εγώ ακόμα ν’ αποφασίσω. Και δεν καταφέρνω τελικά να κάνω τίποτα. Μόνο στις σκέψεις αγγίζω τις δυνατότητες. Η ακινησία μου φαινόταν ανέκαθεν ιδανική» (σ.17).
Ή λίγο πιο κάτω:
«Εγώ είμαι όλη μου τη ζωή ένα ακατοίκητο διαμέρισμα, δεν κατάφερα να διαλέξω τη δική μου τάξη. Μόνο πλαγίως, σε πλάγια επαγγέλματα, με πλάγιες γυναίκες, επειδή όλες μου οι προθέσεις μου είναι πλάγιες. Δεν κατάφερα ποτέ να παραδώσω τον εαυτό μου στον εαυτό μου» (σ. 46).


Η κυρία Λεχοτκάι, διάσημη ηθοποιός, με συγκλονίζει:

Καθένας μας κουβαλάει μέσα του κάτι για το οποίο ο κόσμος θα τον λιθοβολούσε […]. Ότι είμαι πουτάνα, αυτό το ξέρω από το τα δεκαπέντε μου. Ωστόσο, δεν είμαι μόνο πουτάνα. Τι θα κάνουμε με όλα αυτά που είμαι; Αφήστε την ηθική. Αυτά είναι μπακαλίστικα πράγματα. Βγείτε από την βιτρίνα. Μέσα σας υπάρχει αρετή κακία, υποκρισία, πονηριά, δίψα για επιτυχία. Μη φοβάστε, δε σας λείπουν αυτές οι πρώτες ύλες»(σ.189).


Το Ρώσικο παράθυρο, roman omnibus, είναι το μυθιστόρημα ενηλικίωσης ενός συγγραφέα. Ή όπως έχει αναφέρει και ο Velikic «ένας συγγραφέας, εάν είναι αυθεντικός, είναι ο κάτοχος μιας σιωπής που τη μεταμορφώνει σε λογοτεχνία μέσω του ταλέντου του». Το Ρώσικο Παράθυρο είναι αυτή η σιωπή μέσα μας που βρήκε το δρόμο της μέσα από τα λόγια.  Είναι το βιβλίο που ασταμάτητα γράφεται στο κεφάλι μας.

«Η αληθινή εμπειρία δεν επινοείται. Μόνο στις υψηλές θερμοκρασίες γίνονται οι διαδικασίες. Η ψυχή του συγγραφέα είναι σαν σόμπα. Πρέπει πρώτα να ανάψεις φωτιά. Και να μην την ξανασβήσεις. Εγώ ποτέ δεν ζήλευα τους συγγραφείς αυτής της συνομοταξίας. Γιατί τι σημαίνει; Για ποιο πράγμα γράφουν αυτοί οι επαγγελματίες; Για επινοημένες ιστορίες που δεν έχουν ζήσει ποτέ; […] Μόνο που συχνά αυτοί που δεν έχουν τι να πουν μιλούν συνέχεια, ενώ αυτοί που έχουν σωπαίνουν».

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

Κώστα Μαυρουδή, Η αθανασία των σκύλων


«Τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά
ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα»
(Γιάννη Ρίτσου, Η Σονάτα του Σεληνόφωτος)

«Εγώ είμαι. Μια μέρα με είδα έτσι στο δρόμο. Ήμουν σκύλος. Αν αρχικά επιλέχτηκε ως σύμβολο κακομοιριάς και μοναξιάς, μου φαίνεται πως ο σκύλος αυτός σχεδιάστηκε σαν αρμονική μονοκοντυλιά, με την καμπύλη της ραχοκοκαλιάς ν’ αντιστοιχεί στην καμπύλη της πατούσας, ακόμα όμως κι αυτή η μονοκοντυλιά είναι η αποθέωση της μοναξιάς» (Ζαν Ζενέ, στο εργαστήριο του Τζακομέτι).

Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος α-θανάτου

Σκύλοι στο φόντο, σπανιότερα στο επίκεντρο, συχνότερα στις παρυφές της ιστορίας.  Σκύλοι ως πρόσχημα. Η ιστορία πρέπει να ειπωθεί. Η Αθανασία των Σκύλων είναι ένα βιβλίο που κουβεντιάζει κυρίως το θάνατο. Όχι μόνο των ανθρώπων, αλλά και των σχέσεων. Το εφήμερο νόημα των λόγων, το φευγαλέο, στιγμές που ανοίγονται διάπλατα σε μια βεντάλια προοπτικών για να καταλήξουν συχνά στο ανεκπλήρωτο. Ο Κώστας Μαυρουδής,  πλαγιοκοπεί με χιούμορ, τρυφερότητα και ευαισθησία τις ιστορίες του. Η ματιά του, πρισματική, λοξή, σκυλίσια, παρακάμπτει τη σαβούρα, εστιάζει στο ουσιώδες κι αισθητοποιεί την ίδια τη φυσιογνωμία του ζώου. Μια στιγμή μέσα στην αιωνιότητα, άγνοια της φθαρτότητας και του θανάτου, ωστόσο αθανασία ακριβώς χάρη σε αυτήν την άγνοια. Οι σκύλοι, αθηναϊκοί, ευρωπαϊκοί, μυθιστορηματικοί και κινηματογραφικοί, επώνυμοι ή ανώνυμοι, αμέριμνοι και αφοσιωμένοι, χαρίζουν αθανασία σε ανθρώπους και ιστορία, μέσα από 69 λεπτεπιλεπτότατες βινιέτες. Ασκήσεις ύφους, ευαισθησίας και στυλ. Πατούσες στο χρόνο.

Το αγαπημένο μου: σκύλοι δηλητηριασμένοι, εικόνα πια σε αγιογραφίες.


                                                                                                    Ιστορία Νο 65

Colantonio, Santo Girolamo Nello Studio
Εκείνη τη μακρινή Κυριακή, έχοντας να διαλέξω σε μια εκδρομή και μιαν επίσκεψη στο Capodimonte της Νεάπολης, προτίμησα το δεύτερο. Διέσχισα τα μονοπάτια της αυλής με το γρασίδι και τους ψηλούς φοίνικες, και για δύο ώρες περιπλανήθηκα στις αχανείς αίθουσες. Κρεμόμουν απ’ τα  χείλη της οδηγού-λαθραίος ακροατής ενός γκρουπ Αμερικανών-, σημειώνοντας σα μαθητής ότι το 15ο αιώνα το εικαστικό ενδιαφέρον της πόλης στράφηκε στην Προβηγκία και στη Φλάνδρα, γυρίζοντας την πλάτη στη Φλωρεντινή και στη Βενετσιάνικη Σχολή. Σταματήσαμε μπροστά στον «Άγιο Ιερώνυμο», έργο του Colantonio (περίπου 1420-1460). Ο πίνακας είχε την κοντινή προοπτική και τη ραφινάτη απόδοση της λεπτομέρειας: τα ράφια με τα βιβλία, τα φιαλίδια και τη κλεψύδρα, τα αντικείμενα που εικονίζονται στο σπουδαστήριο. Το έργο (ελαιογραφία σε ξύλο) εγκωμιάστηκε πολύ στον καιρό του. Ο μεγάλος θεολόγος και μεταφραστής της Βίβλου στα λατινικά, με καφέ μπέρτα, σκούφο και φωτοστέφανο, προσφέρει τις υπηρεσίες του καθισμένος μπροστά σε ένα αρσενικό λιοντάρι, που έχει βάλει το δεξί πόδι στο γόνατό του. Το άλλο, με ανάστροφη την πατούσα, βρίσκεται στα χέρια του Αγίου, που προσπαθεί με κάτι αιχμηρό να του αφαιρέσει ένα αγκάθι. Κατά την παράδοση, το λιοντάρι, ευγνωμονώντας για την αρωγή, έγινε πιστός σύντροφος και έζησαν από τότε μαζί. «Ο ζωγράφος ήξερε το έργο του Βαν Ντάικ», είπε η οδηγός. «Να προσέξουμε την επιρροή της φλαμανδικής τέχνης με τα trompe- l’ oeil γνωρίσματα». Καλοκαίρι του 1978. Η Νάπολη, πνιγμένη  στο φως και το θόρυβο, μας φαινόταν μακρινή σε εκείνη την αίθουσα. Ο Άγιος Ιερώνυμος είναι αφοσιωμένος στο πονεμένο πόδι. Το θηρίο, τρυφερά μουτρωμένο, στρέφει το βλέμμα του όχι στο σημείο της επέμβασης αλλά έξω από τον πίνακα, όπως εμείς όταν κοιτάζουμε αλλού τη στιγμή της αιμοληψίας. Θα βαδίζει σε λίγο χωρίς ενόχληση. Προαναγγέλλεται σιωπηρά, η αλλαγή που συμβαίνει στα θαύματα, η επικείμενη οικειότητα, η δια βίου αφοσίωση. Το εύρωστο λιοντάρι με την πλούσια χαίτη είναι ήδη σκύλος. (σ.196-197).

Και μια ιστορία πλατωνικής έμπνευσης:



                                                                                         Ιστορία Νο 43


Alberto Giacometti, Ο σκύλος
« Ο μπρούτζινος σκύλος του Τζακομέτι», αποφαίνεται ο Ζαν Ζενέ, «είναι θαυμάσιος. Ήταν ακόμα πιο όμορφος όταν τα παράξενα υλικά του (γύψος, σπάγκοι ή στουπιά κουβαριασμένα) ξέφτιζαν. Η αισθητή, αν και όχι κραυγαλέα καμπύλη του μπροστινού ποδιού είναι τόσο όμορφη που καθορίζει μόνη της το λυγερό βηματισμό του σκύλου. Γιατί ο σκύλος περιφέρεται κι οσφραίνεται με τη μουσούδα να ακουμπάει στο χώμα. Είναι πετσί και κόκκαλο». Μετά φαίνεται να μιλάει και να σχολιάζει, σαν επεξηγηματική κριτική, ο ίδιος ο Τζακομέτι. «Εγώ είμαι. Μια μέρα με είδα έτσι στο δρόμο. Ήμουν σκύλος. Αν αρχικά επιλέχτηκε ως σύμβολο κακομοιριάς και μοναξιάς, μου φαίνεται πως ο σκύλος αυτός σχεδιάστηκε σαν αρμονική μονοκοντυλιά, με την καμπύλη της ραχοκοκαλιάς ν’ αντιστοιχεί στην καμπύλη της πατούσας, ακόμα όμως κι αυτή η μονοκοντυλιά είναι η αποθέωση της μοναξιάς». Τέλος του αποσπάσματος και μικρή παύση. Αυτό που διαβάσαμε (Ζαν Ζενέ, Στο εργαστήριο του Τζακομέτι) θα ήταν ένα σχόλιο που περιγράφει κι επεξηγεί τη φόρμα, αν δε γινόταν αφορμή για κάτι σημαντικότερο: να ενταχθεί ο μοναχικός στη μοναξιά και κυρίως να εμφανιστεί αυτή ως εγκώμιο, κατάσταση για την οποία κάποιος μιλά φωτίζοντας ένα ιστορικό μεγάλης ευγένειας. «Η μοναξιά, όπως την καταλαβαίνω εγώ, δε σημαίνει αθλιότητα, αλλά μυστική βασιλεία, δε σημαίνει βαθιά έλλειψη επικοινωνίας, αλλά λίγο πολύ επίγνωση μιας απροσμάχητης μοναδικότητας».  (σελ. 128-129).



Η Αθανασία των Σκύλων είναι μια πραγματεία πάνω στο χρόνο και στις ανθρώπινες σχέσεις, στο αθέατο και στο ένστικτο. Ποτέ διδακτικό, διδάσκει τις αρετές του ζώου, την πίστη, την αφοσίωση, το καδράρισμα στο παρόν, την ισόβια συντροφικότητα αλλά και την μοναχικότητα, και το ζην λάθρα, έννοιες κατάφωρα παραβιασμένες από την καταναγκαστική εξωστρέφεια της εποχής μας. 

Τρία γαβγοζήτω για τη χάρτινη αγέλη του Κώστα Μαυρουδή!